Σάββατο, Ιανουάριος 03, 2009

Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας

Αν με ρωτούσε κάποιος να πω σύντομα ποια είναι η υπόθεση του βιβλίου της Αγγέλας Καστρινάκη "΄Ερωτας στον καιρό της ειρωνείας" (Ελληνικά Γράμματα, 2008), θα έλεγα "Οι εξωσυζυγικές σχέσεις". Κι όμως αυτό το πολυχρησιμοποιημένο θέμα, που το συναντάμε σε άπειρες παραλλαγές στη λογοτεχνία, που θα νόμιζε κανείς πως γι' αυτό τίποτα το ενδιαφέρον και πρωτότυπο δεν μπορεί να γραφτεί πια, έρχεται στο μυθιστόρημα της Καστρινάκη να μας αποκαλύψει μια άλλη πτυχή, να ιδωθεί από τη συγγραφέα με μια διαφορετική ματιά και να μας κινήσει ξανά το ενδιαφέρον, έστω κι αν το ίδιο θέμα έχουμε συναντήσει τόσες άλλες φορές.
Δυο είναι τα ζευγάρια που αποτελούν τους ήρωες του βιβλίου: η Μέλπω και ο Στέφανος που έχουν δυο δίδυμα αγοράκια 8 χρονών και ζουν στην Αθήνα και ο Μάριος και η Στέλλα, με μια κόρη 16 χρονών που ζουν στη Θεσσαλονίκη. Ένα πέμπτο πρόσωπο θα προστεθεί, η νεαρή Μάνια, φοιτήτρια στην Πάτρα. Ο συγγραφικός φακός όμως φωτίζει κυρίως το ζευγάρι Μέλπω-Μάριος, που μια τυχαία συνάντηση, όταν εκείνη ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για δουλειές, οδήγησε στη σύναψη δεσμού μεταξύ τους. Ίσως, αν δεν υπήρχε η σύγχρονη τεχνολογία, να μην αναπτυσόταν αυτός ο δεσμός. Η απόσταση Αθήνα-Θεσσαλονίκη καλύπτεται και εξουδετερώνεται με e-mail που καθημερινά κατά δεκάδες ανταλλάσσονται. Οι συναντήσεις τους γίνονται αραιά, όποτε η δουλειά εκείνης την οδηγεί στη βορινή πόλη. Εκείνος μόνο μια φορά έρχεται στην Αθήνα κι αυτό όταν πια τα πράγματα έχουν τόσο προχωρήσει, που και οι δυο είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να ζήσουν μαζί, πράγμα που θα κάνουν τελικά. Ποια όμως κατάληξη θα έχει αυτή η απόφαση και η απόπειρα να συμβιώσουν; Θα το ανακαλύψει ο αναγνώστης, δεν θα ήταν σωστό να προκαταλάβω το τέλος.
Τι γίνονται όμως στο μεταξύ οι "προδομένοι" σύζυγοι; Το παράνομο ζευγάρι, που αρχικά κρατούσε μυστική τη σχέση του, έρχεται μια στιγμή που μοιάζει να θέλει να τη διατυμπανίσει. Η Μέλπω θα παραδεχτεί την απιστία της στον Στέφανο, που κι αυτός έχει δημιουργήσει ένα δεσμό με τη Μάνια, και ο Μάριος στη Στέλλα. Διαφορετική είναι η αντίδραση του καθενός. Η Στέλλα διώχνει τον Μάριο από το σπίτι, δεν μπορεί να τον συγχωρέσει. Αντίθετα, ο Στέφανος, όταν η Μέλπω ομολογεί τη σχέση και ανακοινώνει την απόφασή της για χωρισμό, της λέει:" Το είχες ανάγκη! Δεν ξέρεις πόσο σε καταλαβαίνω...Αλλά μη φύγεις. Δεν θέλω να φύγεις". Πραγματικά έρωτας στα χρόνια της ειρωνείας, με την αντιστροφή των ρόλων όπως την έχουμε συνηθίσει. Έχουμε μάθει η γυναίκα να υπομένει και συχνά να συγχωρεί την απιστία του άντρα, ενώ ο άντρας κατά κανόνα ούτε καν διανοείται κάτι τέτοιο. Εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο Μάριος εγκαταλέιπει το σπίτι του. Η Μέλπω με τον Στέφανο σαν να ζουν μια καινούρια, διαφορετική φάση συζυγικής αγάπης. Πιο δεμένοι, πιο ομιλητικοί, με τέλεια ειλικρίνεια μεταξύ τους. Φωτισμός μιας "ανοιχτής σχέσης", αν λάβουμε υπ' όψιν και τη γνώση της Μέλπως για το δεσμό του Μάριου με τη Μάνια.
Η Καστρινάκη μοιάζει να πειραματίζεται πάνω στις σχέσεις των ζευγαριών, να τις μελετά, να τις αναλύει σε βάθος. Πότε-πότε δίνει φωνή και στη νεαρή φοιτήτρια και στην απατημένη σύζυγο, τη Στέλλα. Όμως το έργο κυρίως περνά μέσα από τη ματιά της Μέλπως.
Πέρα όμως από τις σχέσεις, το μυθιστόρημα παίρνει κάποτε και τη μορφή δοκιμίου πάνω στο θέμα της απιστίας. Από τις πιο ωραίες σελίδες είναι εκείνες (166-178) στις οποίες συγκρίνει τη σχέση Πηνελόπης Δέλτα-Ίωνος Δραγούμη και Μέλπως-Μάριου, ουσιαστικά δηλαδή την απιστία στις αρχές του 20ου και του 21ου αι. Ομοιότητες αλλά και διαφορές. Τότε (αλλά και πάντα νομίζω) "Ο σκληρός πυρήνας του πάθους διατηρείται ίδιος: η "χαρά να ξέρω πως υπάρχεις" στην αρχή, έπειτα η πλήρης ταύτιση, η απώλεια του μέτρου, ο πανικός, η ανασφάλεια, η υστερία, η διαχείριση των λέξεων: τα ερωτευμένα υποκείμενα επιδίδονται σε ασυγκράτητες μεγαλοστομίες, σε παθιασμένες επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων διαβεβαιώσεων που είναι σαν να δίνονται για πρώτη φορά". Όμως υπάρχει μια τεράστια διαφορά στη διαχείριση των σωμάτων. Τότε ένα φιλί και μόνο εθεωρείτο φοβερή απιστία, σήμερα "το να δώσεις την ψυχή σου, αυτό είναι το κρίσιμο. Το σώμα μπορείς να το διαθέσεις και σε μια στιγμή σεξουαλικού οίστρου (...) Σήμερα πια απατάμε με την ψυχή, όχι με το σώμα", καταλήγει η συγγραφέας, για να συνεχίσει με άλλες ομοιότητες και διαφορές των δυο ζευγαριών και των δυο εποχών.
Η μεγαλύτερη όμως πρωτοτυπία της γραφής της Καστρινάκη έγκειται στην αυτοαναφορικότητα. Δεν αφηγείται την ιστορία της ως ένας παντογνώστης τριτοπρόσωπος αφηγητής. Την πλάθει ως συγγραφέας ενώπιόν μας. Από τον προβληματισμό του τι ονόματα να δώσει στους ήρωές της, ως τη δυσκολία που κάποτε συναντά στη συνέχιση της γραφής κι ως στις σκέψεις και τον προβληματισμό για τον τρόπο περιγραφής μιας σκηνής κι ως τα σχόλια που κάνει για τους ήρωές της σαν ένα τρίτο, άσχετο πρόσωπο, η συγγραφέας ούτε στιγμή δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε πως αυτό που μας αφηγείται είναι μια πλαστή ιστορία, δημιουργημένη από την ίδια, αλλά που θα μπορούσε-γιατί όχι;- να συμβεί. Παραθέτω ένα σύντομο χαρακτηριστικό δείγμα. Γράφει η Καστρινάκη: "Προσπαθούσα λοιπόν να σταθμίσω αν στο σημείο όπου φτάσαμε χρειάζεται κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση, αν πρέπει να αφηγηθώ τα συμβάντα με πολλά και πλούσια λόγια, με απανωτή ανταλλαγή μηνυμάτων ή κάτι παρόμοιο. Ή είναι καλύτερα να ακολουθήσω την τακτική της αντιστροφής:τη στιγμή της κορύφωσης, επιγραμματική λιτότητα στην έκφραση".
Μου άρεσε το βιβλίο της Καστρινάκη που είναι καθηγήτρια ελληνικής λογοτεχνίας ατο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η άποψη πως στη λογοτεχνία (συχνά και στη ζωή) σημαντικότερο είναι το "πώς" από το "τι".








Σάββατο, Δεκέμβριος 27, 2008

Θαμμένα μυστικά

Από πολύ παλιά, μια αναγνωστική πολυτέλεια που επέτρεπα στον εαυτό μου τις μέρες αυτές των Χριστουγέννων, ήταν να βυθίζομαι στη μαγεία και το μυστήριο ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος. Λέω "πολυτέλεια" γιατί ένα αστυνομικό μυθιστόρημα δεν έχει να σου προσφέρει τίποτε ουσιαστικότερο πέρα από λίγες ώρες ευχαρίστησης. Κι όταν προπάντων ήμουν στη "μαχόμενη" εκπαίδευση, όταν πλήθος βιβλία που έπρεπε να διαβάσω στοιβάζονταν πλάι μου, ναι, ήταν πολυτέλεια τα αστυνομικά, για την οποία όχι σπάνια ένιωθα τύψεις. Όμως η συνήθεια έμεινε. Και τώρα, όταν όλοι φύγουν, ή όταν εγώ γυρίσω από μια πρόσκληση, αυτό το χριστουγεννιάτικο, κρύο κατά κανόνα απομεσήμερο, μες στην απόλυτη ησυχία του σπιτιού, βυθίζομαι με απόλαυση στις σελίδες του αστυνομικού μυθιστορήματος.
Φέτος, αυτό που μου κράτησε συντροφιά (το τέλειωσα σ' ένα βράδυ και μια μέρα) ήταν το "Θαμμέμα μυστικά" της Ρουθ Ρέντελ (Μεταίχμιο, 2008, μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος). Είναι το πρώτο βιβλίο αυτής της συγγραφέως που διαβάζω, αλλά μου φαίνεται δεν θα είναι και το τελευταίο. Γεννημένη το 1930, έχοντας γράψει πάνω από πενήντα μυθιστορήματα, θεωρείται κάτι σαν διάδοχος της Άγκαθα Κρίστι. Μου άρεσε το βιβλίο, μου άρεσε το στυλ της γραφής της, μου άρεσε γιατί όπως και άλλα αστυνομικά στις μέρες μας δεν περιορίζονται στους φόνους και στην προσπάθεια ανεύρεσης των ενόχων, αλλά εμπλέκουν και άλλα στοιχεία, κοινωνικά, πολιτιστικά κ.λπ.
Στα "Θαμμένα μυστικά" ένας άντρας, ψάχνοντας με το σκύλο του για μανιτάρια-τρούφες σ' ένα χωράφι σε κάποια αγροτική περιοχή της Αγγλίας, αντί για τρούφες ξεθάβει ένα χέρι. Η αστυνομία ειδοποιείται, οι έρευνες αρχίζουν. Επικεφαλής είναι ο επιθεωρητής Γουέξφορντ. Η ιατροδικαστική έρευνα φανερώνει ότι ο σκελετωμένος νεκρός έχει πεθάνει πριν από 11 χρόνια περίπου, αλλά ούτε η αιτία θανάτου ούτε η ταυτότητα του νεκρού είναι γνωστά. Η ομάδα του Γουέξφορντ προσπαθεί να τα εξακριβώσει, πράγμα καθόλου εύκολο. Σε ποιον ανήκει το χωράφι; Τι συνέβαινε εκεί πριν από 11 χρόνια; Ποιες εξαφανίσεις προσώπων είχαν αναφερθεί τότε; Κι ενώ η έρευνα συνεχίζεται, ένα δεύτερο πτώμα εντοπίζεται στην αποθήκη ενός εγκαταλελειμμένου μικρόυ σπιτιού που ήταν κτισμένο στο ίδιο χωράφι. Ποιος είναι ο δεύτερος νεκρός; Συνδέονται οι δυο θάνατοι, νοουμένου ότι ο δεύτερος συνέβη τρία χρόναι μετά τον πρώτο; Σιγά-σιγά, μεθοδικά η έρευνα προχωρεί και βεβαίως, όπως συμβαίνει σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, το μυστήριο λύνεται στις τελευταίες σελίδες, αν και ένας έμπειρος αναγνώστης αρχίζει να υποψιάζεται τη λύση πολύ νωρίτερα.
Όμως, όπως ήδη ανέφερα, στην αστυνομική ιστορία εμπλέκονται και άλλα θέματα. Εδώ έχουμε το θέμα του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων που ορισμένοι λαοί, εδώ οι Σομαλοί, εξακολουθούν να τηρούν, έστω κι αν ζουν σε μια ευρωπαϊκή χώρα όπως η Αγγλία, που απαγορεύει με ποινή πολύχρονης φυλάκισης το άγριο αυτό έθιμο. Ακόμα τίθεται το θέμα του ρατσισμού, το θέμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, της λογοκλοπής κ.ά.
Είμαι βέβαιη πως οι θιασώτες της αστυνομικής λογοτεχνίας θα απολαύσουν το βιβλίο.
Άλλη παρουσίαση επίσης εδώ.







Πέμπτη, Δεκέμβριος 18, 2008

Οι γενιές της σιωπής

Φαίνεται ότι όσο και να θέλουμε να αποφύγουμε μερικά βιβλία, εκείνα μας καταδιώκουν και δεν ησυχάζουν ώσπου να 'ρθει η ώρα να ασχοληθούμε μαζί τους. Πρωτάκουσα για τις "Γενιές της σιωπής" της Άντρης Πολυδώρου (εκδ. Επιφανίου, Στ΄ έκδ. 2008) πριν από μερικά χρόνια. Μια φίλη, της οποίας το αναγνωστικό γούστο εμπιστεύομαι, μου μίλησε με ενθουσιασμό γι' αυτό το βιβλίο. Μου είπε ότι το βιβλίο αυτό απεικόνιζε με ρεαλιστικό τρόπο τη ζωή στα χωριά της Κύπρου, όπως ήταν τις πρώτες δεκαετίες του 2ου αι., έτσι όπως και η ίδια η φίλη μου τη γνώριζε μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα της. Το αναζήτησα λοιπόν στο βιβλιοπωλείο, αλλά οι διάλογοι, γραμμένοι στο κυπριακό ιδίωμα με ενόχλησαν και με απέτρεψαν από την αγορά του. Όσο και να μιλώ στην καθημερινότητά μου την κυπριακή διάλεκτο, στο γραπτό λόγο δεν μπορώ να την αντέξω.
Πέρσι το ίδιο βιβλίο, γυρισμένο σε σίριαλ, συζητιόταν σαν μια πολύ καλή σειρά της κυπριακής τηλεόρασης. Και πάλι, ούτε τη σειρά είδα ούτε το βιβλίο διάβασα. Ε, τώρα, κατά κάποιο περίεργο τρόπο μου επιβλήθηκε και το διάβασα. Οι κυπριακοί διάλογοι στην αρχή, ομολογώ, με δυσκόλεψαν, στη συνέχεια όμως τους συνήθισα και δεν έδινα σημασία. Πραγματικά είναι ένα αξιόλογο βιβλίο και διαβάζεται με ενδιαφέρον, παρά τα τρωτά που του βρήκα.
Η ιστορία αρχίζει γύρω στα 1910 σ' ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Πάφου, χωμένο κάπου ανάμεσα στα βουνά και επικεντρώνεται στη ζωή τεσσάρων γενιών γυναικών. Σκληρή ζωή, φτώχια, ήθη αυστηρά. Ο άντρας αφέντης, η γυναίκα υποταγμένη, βασανισμένη, σιωπηλή μάρτυρας. Σκληρή ζωή στα χωράφια, πενιχρό εισόδημα, έλλειψη ιατρικής φροντίδας, θάνατοι. Μια λεχώνα πεθαίνει στη γέννα της (εξαιρετική η δύναμη της περιγραφής του δύσκολου τοκετού), παιδάκια πεθαίνουν από άγνωστες αιτίες, μεγάλοι πεθαίνουν από μολύνσεις στις οποίες δεν έδιναν σημασία. Μια ζωή σκληρή και βασανισμένη, που κάνει σκληρούς και τους ίδιους τους ανθρώπους.
Η συγγραφέας επικεντρώνεται κυρίως στους γυνακείους χαρακτήρες. Ξεκινά από την ηλικιωμένη γιαγιά Αναστασία που τη διακρίνει η σοφία της ηλικίας και που έχει μια ιδιαίτερη, συμπαθητική σχέση με την συνονόματη εγγονή της. Η εγγονή, έχοντας ζήσει μια αρμονική ζωή με το σύζυγό της, έστω κι αν παντρεύτηκε με συνοικέσιο, πεθαίνει στη γέννα, ενώ θα επιζήσει το κοριτσάκι, η Άννα. Κι έτσι προχωρούν οι γενιές από Αναστασία σε Άννα και από Άννα σε Αναστασία ως την τελευταία απόγονο που, συμβολικά σπάζοντας τις γενιές της σιωπής, ονομάζεται Κασάνδρα.
Από τις αρετές του πολυσέλιδου μυθιστορήματος (600 σελίδες) είναι και ο συνδυασμός του ρεαλισμού με το εξωλογικό στοιχείο. Μια ωραία φυσιογνωμία είναι ο Άρκος (κυπριακή προφορά του "Άγριος"). Είναι ένα είδος μάγου που ζει απομονωμένος έξω από το χωριό, με διαισθητικές και θεραπευτικές ικανότητες. Άλλοι τον φοβούνταν και άλλοι καταφεύγουν σ' αυτόν. Θα αποδειχτεί κάποια στιγμή η σχέση του με τις γυναίκες του έργου και μια απ' αυτές θα κληρονομήσει αυτές τις ιδιότητες, οι οποίες όμως θα ατονίσουν με τα χρόνια.
Τα αυστηρά ήθη της εποχής δεν θα εμποδίσουν τους παράνομους έρωτες. Μια από τις γυναίκες του έργου θα ερωτευτεί ένα μοναχό, έρωτας που θα έχει ως αποτέλεσμα ένα νόθο παιδί και μια τραγική κατάληξη για τον μοναχό. Μια δολοφονία θα μείνει ανεξιχνίαστη και ατιμώρητη και μια μάνα θα φανεί τόσο σκληρή με την κόρη της που την αντιμετωπίζει με ξυλοδαρμούς μέχρι αιματώματος, με ύβρεις και κατάρες σε βαθμό που ξεπερνά τα όρια της πειστικότητας.
Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του βιβλίου πιστεύω είναι το ότι μοιάζει να διαδραματίζεται στο κενό, εκτός χρόνου. Από το 1910 περνούν πάνω από επτά δεκαετίες κι όμως τίποτα από το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον δεν φαίνεται να έχει αλλάξει. Τι γινόταν στην Κύπρο όλα αυτά τα χρόνια; Αναφέρεται ότι ένας από τους ήρωες πήγε στον πόλεμο. Ποιος πόλεμος ήταν αυτός; Στην Κύπρο έγινε μια εξέγερση το 1931 και μια πολύ μεγαλύτερη και σημαντικότερη το 1955. Καμιά νύξη δεν γίνεται. Δεν επηρέασαν καθόλου τη ζωή των ηρώων της; Μοιάζουν όλα σαν να διαδραματίζονται σ' ένα κλειστό χώρο, πλήρως απομονωμένο από το υπόλοιπο περιβάλλον. Ακόμα κι όταν μια από τις ηρωίδες της μετακινείται στην πόλη, στο Βαρώσι και μετά στη Λευκωσία, ελάχιστα φαίνεται να διαφοροποιούνται οι εξωτερικές συνθήκες.
Συμπερασματικά θα έλεγα ότι είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα που σίγουρα μπορεί να διαβαστεί με μεγάλο ενδιαφέρον από τον Κύπριο αναγνώστη, παρ' όλο που κι αυτός, προπάντων αν ανήκει στις νεότερες γενιές, θα συναντήσει άγνωστες λέξεις της κυπριακής διαλέκτου. Αλλά ο ελλαδίτης αναγνώστης σίγουρα θα βρει μεγάλη δυσκολία.







Παρασκευή, Δεκέμβριος 12, 2008

Το show είναι των Ελλήνων

Ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη, το διήγημα ασφαλώς δεν έρχεται πρώτο στις προτιμήσεις μου και, αν μπορώ να συμπεράνω από τις αναρτήσεις, ούτε και στις προτιμήσεις των άλλων bloggers. Όμως, τόσο η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Μένη Κουμανταρέα, Η γυναίκα που πετάει , όσο και η πιο πρόσφατη, Το show είναι των Ελλήνων (Κέδρος 2008) μου προξένησαν την ίδια ευχαρίστηση με ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Ίσως γιατί τα θέματα είναι τέτοια, ίσως πάλι γιατί έχουν μια ενότητα, που με λίγη σύνδεση θα μπορούσαν να γίνουν μυθιστόρημα.
Με γοητεύει αυτή η ανάμιξη του πραγματικού με το φανταστικό, το φανταστικό που δεν ξεφεύγει από τα όρια του ρεαλισμού. Τρεις νουβέλες, τρεις καίριες στιγμές της νεότερη Ελλάδας. Η πρώτη, "Μια μέρα από τη ζωή τους", απεικονίζει το μεγαλοαστικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο του μεσοπολέμου. Σαν "αοράτως παρών" ο αφηγητής μας μεταφέρει μαζί του στις 20 Οκτωβρίου 1932 στο κοσμικό σαλόνι του Άλκη Θρύλου (Ελένης Ουράνη), όπου επίσημος προσκεκλημένος είναι ο Καβάφης. Γνωστός, αλλά όχι διάσημος ακόμη, ο Δημήτρης Μητρόπουλος, θα διασκεδάσει τους καλεσμένους παίζοντας στο πιάνο τη μουσική που συνέθεσε σε ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή. Εκτός από τον σύζυγο της οικοδέσποινας ("λογοτέχνης και μεγάλος ταξιδευτής") πολλά άλλα πρόσωπα "φωτογραφίζονται" από τον Κουμανταρέα ώστε, παρ' όλο ότι δεν αναφέρονται με το πλήρες ονοματεπώνυμό τους, να μη μας μένει καμιά αμφιβολία ως προς το ποιοι είναι. Συζητήσεις για επίκαιρα θέματα πολιτικά ή καλλιτεχνικά γεμίζουν τη βραδιά ενώ το φως του συγγραφικού προβολέα πέφτει πάνω στα κεντρικά πρόσωπα της σύναξης: Τον Καβάφη, που γέρος, άρρωστος, μ' ένα μηχάνημα στο λαιμό για να μπορεί να μιλά μετά την εγχείρηση, και τον ανερχόμενο, νέο μουσικό, που θα διαπρέψει διεθνώς, τον Μητρόπουλο. Η βραδιά τελειώνει. Οι καλεσμένοι φεύγουν. Όμως, η συγγραφική ματιά, ριγμένη πάνω τους ογδόντα χρόνια αργότερα, τους παρακολουθεί καθώς διασχίζουν τη νυχτερινή Αθήνα και ολοκληρώνει τους χαρακτήρες καταγράφοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, χωρίς να παραλείπει τη σεξουαλική τους ιδιαιτερότητα, ενώ αφήνει να διαφανεί το μέλλον που τους αναμένει.
Η δεύτερη νουβέλα,"Ο κύριος Μπάτερφλαϋ" διαδραμτίζεται οχτώ χρόνια αργότερα. Ο συγγραφέας τώρα υποδύεται ένα φιλόμουσο δικηγόρο που ετοιμάζεται με τη σύζυγό του να παρακολουθήσουν το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 1940 την πρεμιέρα της Λυρικής σκηνής με τη Μαντάμ Μπάτερφλαϋ του Πουτσίνι, στο Βασιλικό Θέατρο. Πριν απ' αυτό όμως, μετά από πρόσκληση του Ιταλού πρέσβη Γκράτσι, τον επισκέπτεται στο σπίτι του για να συναντήσει τον Ιταλό συγγραφέα Μαλαπάρτε. Η πολιτική ατμόσφαιρα στην Αθήνα παραμονές του πολέμου, η ανέμελη "καλή" κοινωνία που απολάμβανε την όπερα, ο Μεταξάς και η βασιλική οικογένεια, γνωστά πρόσωπα της εποχής, το ίδιο το θέατρο και η λεπτομερής περιγραφή του, αναφορά στην όπερα και στην πρωταγωνίστρια Ζωή Βλαχοπούλου, μας μεταφέρουν ρεαλιστικά στην εποχή και το παρελθόν γίνεται ένα ολοζώντανο παρόν. Το κλίμα έντασης και ανησυχίας θα κορυφωθεί την επομένη, σε μια δεξίωση της Ιταλικής Πρεσβείας. Εννιά χρόνια αργότερα, το 1949, ο συγγραφέας θα συναντήσει στη Ρώμη το φίλο του Γκράτσι και μέσα από την παραστατική αφήγηση του Ιταλού πρέσβη θα μάθει όσα διαδραματίστηκαν το βράδυ της 27ης-28ης Οκτωβρίου. Δεν ξέρω αν έχω λάθος, αλλά διακρίνω μια συμπάθεια εκ μέρους του συγγραφέα για τους δυο αυτούς πρωταγωνιστές της ιστορίας. Αν όχι συμπάθεια, τουλάχιστον μια "άφεση αμαρτιών", προπάντων για τον Γκράτσι που " ήταν αναγκασμένος να υπακούει στο φασιστικό καθεστώς, αλλά βαθιά μέσα του ήταν δημοκράτης".
Η τρίτη νουβέλα είναι αυτή που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο. Εδώ ο συγγραφέας μετατρέπεται σ' ένα συνταξιούχο, πρώην υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών, που καλείται να εξηγήσει σ' ένα νέο υπάλληλο το περιεχόμενο ενός αρχείου για να καταγραφεί ηλεκτρονικά. Εκεί, στα υπόγεια του Υπουργείου, ο ηλικιωμένος πρώην υπάλληλος θυμάται και ξαναζωντανεύει παριστώντας τη μάλιστα θεατρικά, τη μυστική σύσκεψη των Ελλήνων και ξένων πολιτικών και στρατιωτικών που έγινε στις 26 Δεκεμβρίου 1944, με σκοπό να βρει λύση στη διαμάχη που είχε ήδη αρχίσει. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο Σοφούλης των Φιλελευθέρων, ο Μάξιμος του Λαϊκού Κόμματος, ο στρατηγός Πλαστήρας, ο "ψηλέας και ανεμοδούρας" Παπανδρέου, ο Καφαντάρης, ο Σιάντος του ΚΚΕ, ο Παρτσαλίδης του ΕΑΜ, εκπρόσωποι των ξένων δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσώρτσιλ, μαζεύονται για να "τα βρουν". Κι εκεί, στην προσπάθεια του φωτογράφου να αποθανατίσει φωτογραφικά τους πολιτικούς, ο Τσώρτσιλ του μπήγει μια αγριοφωνάρα: "Φωτογράφισε τους Έλληνες, όχι εμάς. The Greeks. Μ' ακούς; Το show είναι των Ελλήνων". Να εννοούσε άραγε πως η όλη σύναξη δεν ήταν παρά ένα show για το θεαθήναι και μόνο και ότι τα πράγματα είχαν ήδη αναπότρεπτα δρομολογηθεί ή μήπως ότι οι Έλληνες είναι αυτοί που αρέσκονται στην επίδειξη;
Οι ξένοι φεύγουν, οι Έλληνες μένουν μόνοι να βρουν λύση, συζητούν, η σύναξη συνεχίζεται και την επομένη. Ο Δαμασκηνός ορίζεται αντιβασιλέας ενώ οι διαφωνίες διατηρούνται, προαναγγέλλοντας όσα θα ακολουθήσουν.
Τρεις νουβέλες, τρεις σταθμοί στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, ιστορία που μετασχηματίστηκε σε λογοτεχνία με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο. Ο Κουμανταρέας δεν έμεινε ένας απλός θεατής και χρονικογράφος. Κάτω από τη φαινομενικά αμερόληπτη αφήγηση, προβάλλει την προσωπική του θέση που συχνά μέσα από την υποβόσκουσα ειρωνεία του γίνεται διασκεδασιτκή.







Τετάρτη, Δεκέμβριος 10, 2008

Ποιον να θρηνήσω;

Δεν ξέρω ποιον να θρηνήσω. Το δεκαπεντάχρονο παιδί που χάθηκε προτού ζήσει; Τους χαροκαμένους γονείς; Την καμένη, ρημαγμένη Ελλάδα; Θρηνώ πάνω απ' όλα το είδος ΑΝΘΡΩΠΟΣ.







Πέμπτη, Δεκέμβριος 04, 2008

Eros

"Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από τη λογοτεχνία" . Μια φράση κριτικής από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που αποδίδει πλήρως ό,τι ένιωσα διαβάζοντας απνευστί το βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα Helmut Krausser (γεν.1964). Τίτλος του πρωτοτύπου "Eros", η ακριβής απόδοση της ελληνικής λέξης "Έρως" (εκδ. Ίνδικτος, 2008, μετ. Ευαγγελία Τομπορή, επιμέλεια μετ.Δημήτρης Αθηνάκης).
Πραγματικά, δεν μπορεί να ζητήσει κανείς περισσότερο από ένα βιβλίο. Χρόνος, χώρος, θέμα, τεχνική, όλα συντελούν στη σπάνια λογοτεχνική απόλαυση. Η ιστορία:
Ένας νέος συγγραφέας που βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση, προσκαλείται από ένα μυθικό μεγιστάνα του πλούτου, τον Αλεξάντερ φον Μπρύκεν, στον πύργο του, κάπου στη Βαυαρία. Εκεί ο εβδομηντάχρονος και άρρωστος Αλεξάντερ του ανακοινώνει ότι θα του διηγηθεί τη ζωή του, όχι ακριβώς τη ζωή του, όπως λέει, αλλά "την ιστορία ενός έρωτα". Του ζητάει να την καταγράψει ως μυθιστόρημα, το οποίο όμως θα πρέπει να κυκλοφορήσει μετά το θάνατο του αφηγητή και οπωσδήποτε με αλλαγμένα τα ονόματα.
Η αφήγηση κρατάει οχτώ μέρες και ηχογραφείται. Αυτό που διαβάζουμε τώρα είναι ουσιαστικά η αφήγηση του φον Μπρύκεν, στην οποία παρεμβάλλεται και ο λόγος του συγγραφέα. Μια πρωτότυπη τεχνική που επιτείνει την αληθοφάνεια της ιστορίας, επαυξάνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον και δημιουργεί γόνιμο προβληματισμό για τη σχέση ζωής και λογοτεχνίας. Υπάρχει μια χαρακτηριστική στιχομυθία, όταν ο συγγραφέας ζητά ένα βράδυ από τον έμπιστο γραμματέα του Μπρύκεν, τον Λούκιαν, που έχει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, να του διευκρινίσει ή να του συμπληρώσει κάποια σημεία της αφήγησης. Ο Λούκιαν του λέει:"Αυτό που σας εξομολογείται ο Αλεξάντερ είναι μια εκδοχή, και αν εγώ κάπου εκεί μέσα είχα μιαν άλλη, θα πρέπει να σας είναι αδιάφορο". Μαλάκωσε κάπως τον αυστηρό τόνο της φωνής του, έκανε γύρω από τον εαυτό του ένα κύκλο με τα χέρια στις τσέπες. Είπε πως για τα πάντα υπάρχει χώρος μόνο μια φορά. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που αυτό το Πάντα συμβαίνει. Κάθε στιγμή είναι ανεπανάληπτη, και ακόμα και η πιο ικανή τέχνη την αποδίδει μόνο με θραύσματα. Επιπλέον, η ζωή έχει το κακό συνήθειο να είναι κατά βάση απογοητευτική. Εκτός από κάποιες στιγμές".
Η εξιστόρηση του φον Μπρύκεν αρχίζει από το τέλος του 1944, όταν η Γερμανία πλησιάζει ολοταχώς προς την ήττα και οι βομβαρδισμοί αρχίζουν. Ο μικρός τότε Αλεξάντερ συναντά στο αντιαεροπορικό καταφύγιο τη Σόφι, κόρη εργατών στα εργοστάσια του πατέρα του, και την ερωτεύεται. Αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας που θα καταλήξει έμμονη ιδέα, που θα κρατήσει μια ολόκληρη ζωή, που θα επηρεάσει τη ζωή πολλών ανθρώπων και που η ιστορία του θα συμβαδίσει με την ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας μέχρι την ανέγερση αλλά και την πτώση του τείχους, είναι η σπονδυλική στήλη του βιβλίου. Θυμίζει αμυδρά τον "¨Ερωτα στα χρόνια της χολέρας", αλλά σ' ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον και με εντελώς διαφορετική κατάληξη.
Το 1945 ο πόλεμος τελειώνει. Η οικογένεια του Αλεξάντερ, οι γονείς και οι δυο αδελφές του πεθαίνουν σ΄ ένα βομβαρδισμό (ή μήπως οι γονείς αυτοκτονούν και τα παιδιά σώζονται; Δυο διαφορετικές εκδοχές, της ζωής και όπως αυτή μεταποιείται σε Τέχνη). Οπωσδήποτε ο ίδιος σώζεται στην Ιταλία με χαμένη τη μνήμη. Περνά κάποια χρόνια σε θεραπευτήριο, η μνήμη επανέρχεται, γυρίζει στην πόλη του και διεκδικεί την τεράστια περιουσία του από τον Κεφελρλόερ, διευθυντή των εργοστασίων, που κατά μία εκδοχή προσπάθησε να τα οικειοποιηθεί. Ο πάμπλουτος και παντοδύναμος λόγω του πλούτου Αλεξάντερ αρχίζει μια αγωνιώδη αναζήτηση σ' όλη τη Γερμανία της αγαπημένης του Σόφι, η οποία είχε σταλεί στην εξοχή λίγο πριν το τέλος του πολέμου, ενώ οι γονείς της σκοτώθηκαν σ' ένα βομβαρδισμό. Στρατολογεί πλήθος ανθρώπων να ψάξουν γι' αυτόν, η παντοδυναμία του πλούτου του επιτρέπει τα πάντα. Όταν την εντοπίζουν αποφασίζει να πάει να τη συναντήσει κι έτσι περιγράφει τα συναισθήματά του:"Δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω για να το καταλάβετε, θα έπρεπε να ανατρέξουμε σε μυθικές υπερβολές. Έτσι θα πρέπει να ένιωσε ο Ορφέας όταν ξανείδε την Ευρυδίκη στον Άδη, όταν ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου του επέτρεψε διστακτικά ένα βλέμμα στη χαμένη του αγάπη, του υποσχέθηκε την επιστροφή της στο φως της ημέρας, έτσι ένιωσα τότε, στο τέλος ενός μεγάλου ταξιδιού. Μέσα στο κεφάλι μου ατελεύτητα πυροτεχνήματα, το νόημα της ύπαρξής μου με σάρκα και οστά βρισκόταν μπροστά μου, και μπροστά μας η ζωή, η δική μου, η δική της, απίστευτοι ορίζοντες, λες και είχα ξαναγεννηθεί και μπορούσα να θυμηθώ το μεγαλέιο της ζωής μέσα στην κούνια μου, έτσι, τέτοια ευφορία, έκσταση. Συμφιλιωμένος με κάθε πόνο, προικισμένος με τη βαθύτερη γνώση του κόσμου, θα βρείτε λέξεις για όλ' αυτά που θα ηχούν πιστευτές και όχι πομπώδεις, αν και θα πρέπει να δρουν στον αναγνώστη με τρόπο πομπώδη, κάτι τέτοιο δεν μεταφέρεται λέξη προς λέξη, κάτι τέτοιο δεν μεταφέρεται, μένει ολόκληρο και αντιληπτό μόνο για τον μυημένο. Για να το πω τετριμμένα: Τόσο μεγάλη ανάταση ένιωσα μέσα μου".
Όμως για εκέινη παραμένει ένας άγνωστος, έστω κι αν θυμήθηκε τα καταφύγια κι ένα φιλί που του είχε δώσει με αντάλλαγμα χρήματα που είχαν ανάγκη οι γονείς της. Η επίδειξη του πλούτου του, αντί να τη φέρει κοντά του την τρομάζει και την απομακρύνει. Η παρακολούθησή της όμως δεν σταματά. Οι άνθρωποί του, χωρίς εκείνη να το ξέρει, είναι διαρκώς γύρω της, του αναφέρουν λεπτομερώς τι κάνει, πού βρίσκεται, επεμβαίνουν στη ζωή της, τη βοηθούν όταν έχει ανάγκη, τη σώζουν ακόμα όταν εκείνη, μπλεγμένη με τη σοσιαλιστική φιτητική ένωση, συμμετέχει σε διαδηλώσεις. Μα η Σόφι δεν θα μείνει ως εκεί. Θα προχωρήσει και σε ένταξη σε παράνομες ομάδες, θα πάρει μέρος σε ληστείες, θα γίνει στο τέλος καταζητούμενη. Οι σύντροφοί της τη φυγαδεύουν στην Ανατολική Γερμανία. Ο Κράουσερ μας δίνει μια πολύ ζοφερή εικόνα του καθεστώτος, με τη Στάζι να βρίσκεται παντού, να παρακολουθεί τα πάντα, να ελέγχει τη ζωή των ανθρώπων. Η Σόφι περιθωριοποιείται, απομονώνεται, βυθίζεται στην ανία, την απόγνωση. Ακόμα όμως κι εκεί το χρήμα μπορεί να πετύχει τα πάντα. Ο Αλεξάντερ κατορθώνει να τη βρει, έστω κι αν της έχουν αλλάξει το όνομα, και μεταβαίνοντας ο ίδιος στην Ανατολική Γερμανία να τη σώσει και να τη μεταφέρει στη Δύση, αφού σε συνεννόηση με το καθεστώς σκηνοθέτησαν το θάνατό της.
Όταν μπαίνουν στη Δυτική Γερμανία, εκείνη εξαφανίζεται. Ο φον Μπρύκεν δεν ψάχνει πια να τη βρει. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα διηγείται την ιστορία στο συγγραφέα. Αλλά έρχεται ο επίλογος σε μια σελίδα να μας δημιουργήσει την αμφιβολία για όλη την αφήγηση του Αλεξάντερ. Μήπως τα πράγματα δεν έγιναν καθόλου έτσι, μήπως όλη αυτή η αφήγηση ήταν προϊόν φαντασίας και μόνο;
Με το θαυμάσιο "Eros" δεν διαβάζουμε μόνο μια συναρπαστική ιστορία. Η ιστορία είναι το δόλωμα για να διασχίσουμε τη μεταπολεμική Γερμανία, να θυμηθούμε γεγονότα που σημάδεψαν αυτές τις δεκαετίες και να αφήσουμε τη σκέψη μας να περιπλανηθεί σε γόνιμο προβληματισμό. Με λίγα λόγια, ένα βιβλίο που έχει όλα όσα περιμένουμε από τη λογοτεχνία.







Πέμπτη, Νοέμβριος 27, 2008

Οι αλήθειες των άλλων

Παρακολουθώ τη συγγραφική πορεία του Νίκου Θέμελη από το πρώτο του βιβλίο, την "Αναζήτηση", μέχρι το πιο πρόσφατο, "Οι αλήθειες των άλλων" (Κέδρος, 2008) με αυξομειούμενη ικανοποίηση. Μετά τον ενθουσιασμό για την τριλογία "Αναζήτηση", "Ανατροπή", "Αναλαμπή" (το τελευταίο με κάπως λιγότερο ενθουσιασμό, ομολογώ) ήρθε η απογοήτευση για το "Για μια συντροφιά ανάμεσά μας", η μέτρια ικανοποίηση από το "Μια ζωή δυο ζωές" και τώρα ικανοποίηση αλλά και προβληματισμός για το "Οι αλήθειες των άλλων".
Ο Θέμελης ξαναγυρίζει στο ιστορικό μυθιστόρημα. Μας μεταφέρει σε μια εποχή που όσα κι αν έχουμε ακούσει, όσα κι αν έχουμε διαβάσει γι' αυτήν, πάντα θα μας ενδιαφέρει και φαίνεται πως κι η λογοτεχνία θα εμπνέεται απ' αυτήν για καιρό ακόμη. Βρισκόμαστε στο Αϊβαλί, τις αρχαίες Κυδωνίες, ένα χρόνο μετά τη συμφορά του '22. Η πόλη είναι έρημη. Ανάμεσα στους λίγους Έλληνες που έχουν απομείνει είναι ο ηλικιωμένος Μανόλης Λινός και ο συνονόματος εγγονός του, που όμως με ψεύτικα χαρτιά είχε καταφέρει να πολιτογραφηθεί Τούρκος με το όνομα Μεχμέτ. Στο υπόγειο του σπιτιού τους φυλάνε 4 μπαούλα γεμάτα από βιβλία, έγγραφα, αρχεία, όλη την ιστορία του Ελληνισμού των Κυδωνιών, ψάχνοντας τρόπο να τα διασώσουν και να τα μεταφέρουν στην Ελλάδα. Μαζί μ' αυτά κι ένα παλιό χειρόγραφο που το περιεχόμενό του ανατρέπει την ηρωική εικόνα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, υποστηρίζοντας ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν θυσιάστηκε, αλλά μεταμφιεσμένος έφυγε κρυφά από την Πόλη.
Στο Αϊβαλί αρχίζουν να καταφθάνουν καραβιές με Τούρκους από τη Μυτιλήνη, την Κρήτη και αλλού. Είναι ο περίφημος "μπουμπαντελές", η ανταλλαγή πληθυσμών που έχει συμφωνηθεί. Σιγά-σιγά το Αϊβαλί εκτουρκίζεται. Όμως ο παππούς Μανόλης αρνείται να φύγει. Γι 'αυτόν η φυγή από τον τόπο του είναι χειρότερη από το θάνατο, γι' αυτό και τον προτιμά και τον επιλέγει.
Ο εγγονός κατορθώνει με τη βοήθεια ενός Τούρκου φίλου του, του Ισμαήλ, να φύγει σώζοντας και τα μπαούλα και το χειρόγραφο που δεν αποχωρίζεται ποτέ. Στη Μυτιλήνη θα συναντήσει τους δικούς του. Οι σκηνές της προσφυγιάς, η αντίδραση των ντόπιων, ο ξεπεσμός των ανθρώπων που ως χτες ήταν άρχοντες στον τόπο τους και σήμερα ψωμοζητάνε, ίσως να μη λένε τίποτα στους σημερινούς Έλληνες. Για μας όμως στην Κύπρο που οι μνήμες του 1974 είναι ολοζώντανες, που υπάρχουν ακόμα προσφυγικοί συνοικισμοί, που οι άνθρωποι βλέπουν τα σπίτια, τα περιβόλια, τα χωράφια τους, βίαια αρπαγμένα, στα χέρια των Τούρκων οι περιγραφές του Θέμελη συγκινούν βαθύτατα υπομιμνήσκοντας "οικεία κακά".
Από κει και πέρα το μυθιστόρημα προχωρεί γοργά, κάνοντας σταθμούς ανά δεκαετία και φτάνοντας ως το 1958. Ο Μεχμέτ, ως Μανόλης πια, κατορθώνει να πάει στην Αθήνα, να σπουδάσει και τον συναντάμε στην Κομοτηνή να διδάσκει στο εκεί Γυμνάσιο. Το μυστικό του χειρογράφου δεν έχει πάψει ποτέ να τον βασανίζει. Σε μια σχολική γιορτή για την 25η Μαρτίου το αποκαλύπτει, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί και να φυγαδευτεί με τη βοήθεια ενός φίλου του Εβραίου. Κανείς δεν είναι έτοιμος να δεχτεί μια "άλλη αλήθεια". Στη συνέχεια το χειρόγραφο θα αποτελέσει το θέμα της διδακτορικής διατριβής του γιου του Μανόλη, ο οποίος σπουδασμένος στο εξωτερικό θα προχωρήσει πιο πέρα, παίρνοντας θέση και στο περίφημο θέμα της αδιάλειπτης συνέχειας ή μη του Ελληνισμού.
Η αλήθεια για το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν είναι η μόνη που υπονομεύεται στο βιβλίο, άλλωστε αυτή είναι ένα συγγραφικό εύρημα. Υπονομεύεται ακόμη η αλήθεια των Ελλήνων, όταν αυτός που τον βοηθάει στο Αϊβαλί είναι ο Τούρκος Ισμαήλ, η αλήθεια των Εβραίων, όταν αυτός που τον σώζει στην Κομοτηνή είναι ο Εβραίος Αμπαχέρ, η αλήθεια της σεξουαλικής διαφορετικότητας, η αλήθεια των άλλων στον Εμφύλιο , όταν ο πιο στενός του φίλος, ο Αυγέρης, που ανήκει στο ΕΑΜ προδίδεται από πρόσωπο που πιστεύει στη δική του αλήθεια.
Άραγε όμως, συλλογίζομαι, δεν υπάρχει κάποτε και μια αλήθεια που δεν είναι ούτε δική μας ούτε των άλλων; Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικά η αλήθεια; Και πάλι το θέμα έχει μια ιδιαίτερη σημασία για το νησί μας, όταν Τούρκοι και Έλληνες, κάτοικοι αυτού του τόπου, προβάλλουμε ο καθένας τη δική του αλήθεια.
Αυτό και άλλα ερωτήματα μας δημιουργεί το βιβλίο του Θέμελη, παράλληλα βέβαια με την ικανοποίηση που προκαλεί ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Γιατί ο Θέμελης και στα λιγότερο επιτυχημένα βιβλία του δεν παύει να είναι ένας καλός αφηγητής που παρασύρει τον αναγνώστη. Η αφήγησή του έχει ζωντάνια, ρεαλιστικότητα, οι λεπτομέρειες, άχρηστες εν πολλοίς, κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη που μεταφέρεται σε χρόνο και τόπο, ζει τα γεγονότα, ακούει τους διαλόγους, βλέπει τους δρόμους, τις γειτονιές. Τι σημασία έχει για το θέμα ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο, ο σοφέρ που μυρίζει ιδρωτίλα, ο καφές που καίει στο φλιντζάνι, ένα σπαρματσέτο να τρεμοπαίζει το φως του, μια δυνατή βροχή, μια χειμωνιάτικη λιακάδα. Κι όμως αυτά τα μικρά κι σήμαντα μεταφέρουν τον αναγνώστη κατευθείαν στην ατμόσφαιρα του έργου. Η άρτια ηθογράφηση των ηρώων του και προπάντων η ιστορική γνώση και ο προβληματισμός που κινητοποιεί τη σκέψη είναι ακόμη πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος.
Για το έργο άχουν ήδη γραφτεί πολλά. Παραπέμπω μόνο στο μπλογκ της Άννας, από όπου μπορεί να οδηγηθεί κάποιος και σε άλλες συνδέσεις.